κοινῇ


κοινῇ
κοινῇ adv. 1. сообща; 2. в интересах государства

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κοινῇ" в других словарях:

  • κοινῇ — common indeclform (adverb) κοινός common fem dat sg (attic epic ionic) κοινόω communicate pres subj mp 2nd sg (doric) κοινόω communicate pres ind mp 2nd sg (doric) κοινόω communicate pres subj act 3rd sg (doric) κοινόω communicate pres ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινή — η (ενν. γλώσσα) 1. η ελληνική γλώσσα που έγινε διεθνής κατά τους χρόνους του Μ. Αλέξανδρου και κατόπι: Η Κοινή έχει για βάση την Αττική διάλεκτο. 2. η γλώσσα του λαού, η δημοτική, η απλοελληνική: Γράφει στην κοινή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοινή — (Γλωσσ.). Χαρακτηρισμός που αφορά τη γλώσσα που ομιλούν σε μια χώρα και η οποία αποτελεί το μέσο επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων της. Η δημιουργία κ. γλώσσας επιβάλλεται αναγκαστικά όταν εμφανίζονται μεγάλες διαφορές στις τοπικές διαλέκτους,… …   Dictionary of Greek

  • κοινή — κοινός common fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινή γνώμη — Σύγχρονος όρος, που πέρασε από την κοινωνιολογική ορολογία στην καθημερινή χρήση, για να χαρακτηρίσει την ομαδική συμμετοχή μιας κοινότητας (έθνους, πόλης) στα διεθνή γεγονότα, στα μεγάλα συμβάντα της επικαιρότητας, στις μεταβολές των ηθών και… …   Dictionary of Greek

  • Κοινή Αγορά — Βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση …   Dictionary of Greek

  • νυχτερίδα — Κοινή ονομασία ιπτάμενων θηλαστικών της τάξης των χειροπτέρων. Ιδιαίτερα ονομάζουν ν. κάθε είδος που υπάγεται στην οικογένεια των Βεσπερτιλιονιδών, της μεγάλης τάξης των μικροχειροπτέρων· η οικογένεια αυτή, που χαρακτηρίζεται από την ομοιογένειά… …   Dictionary of Greek

  • κοινῆι — κοινῇ , κοινῇ common indeclform (adverb) κοινῇ , κοινός common fem dat sg (attic epic ionic) κοινῇ , κοινόω communicate pres subj mp 2nd sg (doric) κοινῇ , κοινόω communicate pres ind mp 2nd sg (doric) κοινῇ , κοινόω communicate pres subj act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρκούδα — Κοινή ονομασία για τα σαρκοφάγα πελματοβάμονα ζώα που αποτελούν την οικογένεια των αρκτιδών. Το σώμα τους είναι ογκώδες, μπορεί να έχει μήκος από 1,40 έως 3 μ. και καλύπτεται από μακρύ και πυκνό, αλλά αδρό τρίχωμα. To κεφάλι τους είναι κατά… …   Dictionary of Greek

  • κρίνος — Κοινή ονομασία φυτών του γένους Lilium της οικογένειας των λιλιιδών ή λειριιδών (μονοκoτυλήδονα). Πρόκειται για βολβόρριζες πόες, οι βολβοί των οποίων χαρακτηρίζονται από την ανοιχτή κατασκευή τους. Από τον βολβό φύεται ένας μοναδικός ασχιδής… …   Dictionary of Greek

  • καρχαρίας — Κοινή ονομασία διαφόρων σελαχίων ψαριών της τάξης των σκουαλιμόρφων (σελαχοειδή πλαγιόστομα). Τα ψάρια αυτά χαρακτηρίζονται κυρίως από το κοντό ρύγχος, το πολύ μακρύ και λεπτό σώμα, την απουσία εδραίου πτερυγίου, την παρουσία 5 6 βραγχιακών… …   Dictionary of Greek